ἀχθοφορία


ἀχθοφορία
ἀχθο-φορία, das Lasttragen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἀχθοφορία — ἀχθοφορίᾱ , ἀχθοφορία bearing of burdens fem nom/voc/acc dual ἀχθοφορίᾱ , ἀχθοφορία bearing of burdens fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφορίᾳ — ἀχθοφορίᾱͅ , ἀχθοφορία bearing of burdens fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αχθοφορία — ἀχθοφορία, η (Α) [αχθοφόρος] 1. η μεταφορά φορτίου 2. ισχυρή πίεση …   Dictionary of Greek

  • ἀχθοφορίας — ἀχθοφορίᾱς , ἀχθοφορία bearing of burdens fem acc pl ἀχθοφορίᾱς , ἀχθοφορία bearing of burdens fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφορίαι — ἀχθοφορίᾱͅ , ἀχθοφορία bearing of burdens fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφορίαν — ἀχθοφορίᾱν , ἀχθοφορία bearing of burdens fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχθοφορίη — ἀχθοφορία bearing of burdens fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νωτοφορία — νωτοφορία, ἡ (Α) [νωτοφόρος] το να σηκώνει κάποιος βάρος στην πλάτη του, αχθοφορία …   Dictionary of Greek

  • ԲԵՌՆԱԿՐՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 1 481 Chronological Sequence: Early classical, 6c, 11c, 13c գ. ἁχθοφορία bajulatio, vectio, ferre sarcinas, vel onera; molestia Կրելն կամ բառնալն եւ բերել զբեռն. բեռ կրելը. ... *Եզինք եւ ամենայն բեռնակիրք՝ առ ʼի յերկրագործութիւն եւ ʼի… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.